Το Κεφαλάκι της Μελιγούς

0
110

* Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Κυνουριακή Επιθεώρηση 1 (1937) 107 – 108.

Πάνε τώρα 68 τόσα χρόνια, που ένας περίφημος Γερμανός αρχαιολόγος, ο Brunn, εδημοσίευσε μια ολόκληρη διατριβή για ένα μικρό μαρμάρινο κεφαλάκι με την παραπάνω επικεφαλίδα. Το όνομα του εδόθη γιατί ευρέθη στην Απάνω Μελιγού και τώρα από χρόνια υπάρχει στη Γλυπτοθήκη της Κοπεγχάγης, το μεγαλύτερο ιδιωτικό Μουσείο του κόσμου, ίδρυμα ενός φιλομούσου μπιραριέρη, του Jakobsen.

Για τη σπουδαιότητά του και τη σημασία που του έδωσε ο Brunn, το μικρό αυτό έργο τέχνης έγινε γνωστό σε όλη την κλασσική διεθνή Αρχαιολογία. Μα για μένα είχε και άλλη ιδιαίτερη σημασία, γιατί όσο και αν φανή αστείο το πράγμα, η Μελιγού απέχει μόνο 3 ώρες από το χωριό μου, του Βούρβουρα. Ήτανε το μικρό αρχαίο κομμάτι κάτι που με άγγιζε, ήτανε δικό μου. Και από τις πρώτες γερμανικές διατριβές που εδιάβασα με ξεχωριστή περιέργεια ήταν η σχετική μελέτη στο περιοδικό της Γερμανικής Σχολής του 1882.

Που το βρήκες για κτήμα σου, θα ειπή ένας που θυμάται πολύ τη θεωρεία, ότι τα αρχαία ελληνικά έργα τέχνης ανήκουν σε όλον τον κόσμο και είναι κληρονομία του καθενός που τα καταλαβαίνει. Μα εγώ για τίτλο ιδιοκτησίας θα αναφέρω αμέσως, ότι ο μακαρίτης Λευτέρης Κεφαλόπουλος, που με εξένισε λαμπρά στα 1906 στη Μελιγού, μου έδειξε στον περίπατο κάτι ψηλές πεζούλες απέξω από το χωριό, ξεχωρίζοντας αποφασιστικά μία απ’ όλες. Να, εδώ, μου είπε, βρέθηκε το κεφαλάκι και μου διηγήθη λεπτομερώς την ιστορία του. Έπειτα περάσαμε ωραία τη βραδιά με τα θορυβώδη γέλια του και ατελείωτη πολιτικολογία για τους “συνδυασμούς” της επαρχίας. Άλλους τίτλους ιδιοκτησίας ή συνιδιοκτησίας με όποιον άλλον θα ειπούμε παρακάτου.

Το κεφαλάκι, όλο όλο 6 εκατοστά, είναι απόκομμα από μικρό άγαλμα και θα παρίστανε κάποιο θεό ή ήρωα, άγνωστο ποιόν. Είναι καμωμένο από σκοτεινογάλαζο μάρμαρο του Ταϋγέτου, όπως είναι και άλλα έργα από το ίδιο υλικό στο Μουσείο της Σπάρτης και στην Ολυμπία. Αυτό το γεγονός, και μάλιστα η ομοιότητά του με άλλα Λακωνικά έργα, όπως είναι ένα περίφημο ανάγλυφο από τα Χρύσαφα, που είναι τώρα στο Βερολίνο, του ορίζουν αμέσως την ιστορική θέση. Είναι ένα μικρό αλλά χαρακτηριστικό σημάδι της παλαιάς λακωνικής τέχνης, που όλο τώρα και ξεχωρίζει, μάλιστα ύστερα από τις ανασκαφές των Άγγλων στη Σπάρτη (1906 – 1910), σαν μια ιδιαίτερησημαντική παραλλαγή της αρχαίας πελοποννησιακής τέχνης.

Δε φαίνεται, όπως θα περιμέναμε, ο ωραίος ιδανικός τύπος θεού από εκείνους που ξέρομε από τη μεγάλη εποχή. Τα κανονικά και μεγαλειώδη χαρακτηριστικά ενός Φειδία, ή ενός Πολύκλειτου οι κόσμιες και αδρές μορφές δεν υπήρχαν ακόμα στον κόσμο και το λακωνικό έργο έγινε 60 τουλάχιστον χρόνια πρωτύτερα, κατά το 600 π.Χ. Μα αυτό δε σημαίνει ατέλεια, ούτε καθυστέρηση και αδυναμία. Ας το προσέξουμε. Όπως φαίνεται και από την εικόνα, το κεφάλι είναι χοντρό, σφαιρικό και τετράγωνο μαζί. Το πρόσωπο είναι πλατύ και κοντό και το περίγραμμα στρογγυλό. Με το ίδιο πνεύμα ακριβώς είναι καμωμένα όλα τα μικρά χαρακτηριστικά, τα μάτια, τα μάγουλα, μουστάκια, γένεια, τα κοντά στρογγυλά αυτιά. Και ο λαιμός, όσο σώζεται, φαίνεται να ήταν χονδρός και δυνατός. Όλα είναι σύμφωνα, το ένα με το άλλο και με το σύνολο. Υπάρχει εδώ ωρισμένο ύφος, χαρακτήρας, ένα στιλ. Ακολουθεί ασφαλώς, οτι αν διατηρείτο ολόκληρο το αγαλματάκι θα είχαμε μπρος μας ένα μεστό στιβαρόν άντρα, πέρα πέρα αληθινόν, από την κορφή ως τα νύχια τον ίδιον. Ένα φως ασυνήθιστο θα πέρναγε τότε από τα μάτια μας, το φως της Τέχνης, που διώχνει τα σκοτάδια και μας δείχνει την αλήθεια, μια αλήθεια δική μας.

Αν δεν την βλέπωμε την αλήθεια αυτή – και αυτό μας συμβαίνει πολύ συχνά – είναι γιατί μπρος στα καλλιτεχνικά έργα, αρχαία και νέα, τρέχομε, είμαστε βιαστικοί, δεν έχομε ενδιαφέρον. Στις λίγες στιγμές που διαθέτομε αρπάζομε πρόχειρα ένα ιδανικό, δε βρίσκομε την ταύτησή του και περνάμε αδιάφοροι και το χειρότερο, καταδικαστικοί. Μα αν αντικρίσουμε το τεχνικό έργο σα δικό μας, και διαθέσουμε κάποιον καιρό, τότε μπορεί να αναγνωρίσουμε ένα ιδανικό δικό μας πραγματοποιημένο. Δε θα διστάσουμε τότε να το ειπούμε ωραίο και να πιστέψουμε στην αυθύπαρκτη ομορφιά του.

Πως τώρα ο παλαιός Brunn, που εδημοσίευσε το κεφαλάκι της Μελιγούς και του έδωσε την πρέπουσα θέση στην Ιστορία της Ελληνικής Τέχνης, πως ενδιαφέρθηκε για το μαρμαράκι αυτό και το αντίκρισε σα δικό του; Ούτε από τη Μελιγού ήτανε ούτε από την Κυνουρία. Μιλούμε για την αγάπη προς την Επιστήμη. Μα δεν αναφέρομε καθόλου τις πιό βαθιές πηγές και πιό μεγάλες αιτίες του ενδιαφέροντος. Με τη μελέτη του ο Brunn κάτι έδινε στη Γερμανία του και, το σπουδαιότερο, κάτι σημαντικό έπαιρνε ο ίδιος.

Στο “Βιβλίο των Μεταγραφών”, το διεθνές, της Επιστήμης δεν γράφονται όλοι οι τίτλοι της ιδιοκτησίας. Ακριβώς οι σπουδαιότεροι παραλείπονται. Ή γράφονται με πολύ ψιλά γράμματα, άσβηστα, κάτι τέτοια: Εγώ, πεταμένο σε μια γωνία, το έφερα στο φως. Εγώ, που είμαι από κει, το κατάλαβα καλύτερα. Εγώ, σχετικώς, έκαμα καλύτερο συνδυασμό. Εγώ κλπ. Είναι περίεργο, μα αληθινό σαν το φως της ημέρας, ότι χωρίς τους αφανείς αυτούς εγωιστικούς τίτλους καμιά πνευματική εργασία δεν είναι δυνατή.

Ρωμαίος Κωνσταντίνος (1874 – 1966), Αρχαιολόγος

Θεσσαλονίκη.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here